Πέμπτη, 24 Οκτωβρίου 2013

Μουσική των αρχαίων Ελλήνων - Εκκλησιαστική Βυζαντινή Μουσική



Η στενή συγγένεια των δύο μουσικών εκφάνσεων

του Ανδρέα Λανάρα, Μουσικού



Η μουσική, η θεία τέχνη των ήχων, η τέχνη που ερμηνεύει τ’ ανερμήνευτα υπήρξε η αρχαιότερη από όλες τις καλές τέχνες. Είναι σύγχρονη με την πλάση του ανθρώπου, αφού αποτελεί έκφραση των αισθημάτων της ανθρώπινης ζωής. Ο Αριστείδης Κοϊντιλιανός λέγει, πώς δεν υπάρχει ανθρώπινη πράξη, εκδήλωση, ενέργεια, που γίνεται χωρίς μουσική.

Την ωραία αυτή τέχνη διαμόρφωσαν και ανέπτυξαν στην αρχαιότητα οι πρόγονοί μας. Στην αρχαία Ελλάδα σχεδόν όλοι ήσαν μουσικοί, διότι η μουσική αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της γενικής παιδείας και απαραίτητο συστατικό της αγωγής. Ο Αριστείδης ονομάζει την μουσική “παιδεία και συγχρόνως παιδιά”, δηλαδή εκπαίδευση και ταυτόχρονα διασκέδαση. Εξ άλλου είναι χαρακτηριστικό το περιεχόμενο που απέδιδαν οι αρχαίοι Έλληνες στην ίδια την λέξη “μουσική”. Θεωρούσαν ότι η μουσική, αυτό το δώρο των μουσών, προσδιόριζε τον άνθρωπο ως ένα όν, που συγχρόνως σκέπτεται, αισθάνεται και πράττει· τον όριζε καθ’ ολοκληρίαν· ήταν, δηλαδή, μια έννοια πολύ γενικότερη από αυτό που σήμερα εννοούμε με τον όρο “τέχνη”.

Η μουσική, εκτός των άλλων, ως μέσον επικοινωνίας είναι η μόνη γλώσσα, την οποία μπορεί να μεταχειριστή ο άνθρωπος για να υμνήση το Θείον. Έτσι το άσμα υπήρξε ανέκαθεν σε όλους τους λαούς αχώριστο με την θεία Λατρεία, πολύ δε περισσότερο στους αρχαίους Έλληνες, που λάτρευαν το Θείον “δι’ ιδίας αρμονίας”! Όπως διαβεβαιώνει ο Όμηρος, από τα μυθικά χρόνια η μουσική ήταν καθορισμένη στην λατρεία του Θεού. Οι ελληνικές πανηγύρεις, οι θυσίες, οι λιτανείες, οι αγώνες, όπως επίσης και οι αρχαίες τραγωδίες ήταν συνυφασμένα με την μουσική τέχνη.

Από τεχνικής απόψεως, ο Ευκλείδης αριθμεί επτά μέρη της μουσικής επιστήμης: Τους φθόγγους, τα διαστήματα, τα γένη, τα συστήματα, τους τόνους, την μεταβολή και την μελοποιΐα. Οι Έλληνες μεταχειρίζονταν στην μουσική τα γράμματα της αλφαβήτου, τα οποία ονόμαζαν φθόγγους, διαιρούμενους σε διαστήματα, συστήματα και τόνους.

Απαραίτητο στοιχείο της αρχαίας ελληνικής μουσικής ήταν και η ρυθμοποιΐα. Όπως αναφέρεται, η ρυθμική ακρίβεια στην μουσική είχε φθάσει σε επίπεδα τελειότητας. Πράγματι, η μουσική έχει δύο κύρια συστατικά στοιχεία, που χωρίς αυτά δεν είναι δυνατόν να υπάρξη το μέλος και ο ρυθμός· το μέλος είναι η ύλη, ο δε ρυθμός το “πνεύμα” της μουσικής.

Με την εμφάνιση του Χριστιανισμού η ελληνική μουσική “εισάγεται” και χρησιμοποιείται στην αρχαία Εκκλησία. Όλοι οι μουσικοί και υμνογράφοι, από τον 1ο μέχρι τον 7ο αιώνα μ.Χ. (Ρωμανός ο Μελωδός, Ανδρέας Κρήτης, Ιωάννης ο Δαμασκηνός και άλλοι), γνώστες της ελληνικής παιδείας, υπήρξαν αναμφίβολα ειδήμονες και της αρχαίας μουσικής, όπως μαρτυρούν ποιήματα και μελουργήματα αυτών. Οι μεγαλύτεροι ιστοριογράφοι, Έλληνες και Ευρωπαίοι, παραδέχονται ότι οι εκκλησιαστικοί ήχοι και γενικά το σύστημα της εκκλησιαστικής μουσικής είχε άμεση σχέση με το αρχαίο σύστημα της ελληνικής μουσικής, αφού αυτό χρησίμευε ως βάση, όπως διαφαίνεται από συγγράματα των πρώτων Πατέρων της Εκκλησίας.

Η εκκλησιαστική μας μουσική, που επεκράτησε να λέγεται βυζαντινή λόγω της μεγάλης άνθισης που γνώρισε κατά τους βυζαντινούς χρόνους, συνεχίζοντας επί αιώνες μια διαδρομή υψηλής τέχνης, φθάνει ως τις μέρες μας. Βέβαια, στο πέρασμα του χρόνου, ποικίλα στοιχεία και διαφορετικές τοπικές παραδόσεις αφομοιώθηκαν δυναμικά με έναν τρόπο δημιουργικό, με αποτέλεσμα η μουσική αυτή να έχη τον δικό της πρωτότυπο χαρακτήρα.

Ο Χρύσανθος ο εκ Μαδύτων, στο Μέγα Θεωρητικό της Μουσικής, αναφέρει ότι οι αρχαίοι μας παρέδωσαν τρία γένη, ήτοι το διατονικό, το χρωματικό και το εναρμόνιο, καθώς και τρία συστήματα, ήτοι το διαπασών, τον τροχό και την τριφωνία. Βέβαια, τα στοιχεία αυτά δεν διασώθηκαν αυτούσια από την αρχαία μουσική, αλλά κατά προσέγγιση. Επίσης, οι ήχοι της εκκλησιαστικής μουσικής αντιστοιχούν στους τρόπους των αρχαίων Ελλήνων. Έτσι, ο πρώτος ήχος ταυτίζεται με τον Δώριο, ο δεύτερος με τον Λύδιο, ο τρίτος με τον Φρύγιο κ.λ.π.

Κλείνοντας την αναφορά αυτή, γίνεται φανερό ότι η διάσωση και διάδοση της εκκλησιαστικής μας μουσικής, η έρευνα, η γνώση και η εντρύφηση στην ουσία της είναι ένα χρέος προς έναν μεγάλο μουσικό πολιτισμό, που με πίστη ατενίζει την μελλοντική του πορεία.


Η κατά Θεόν μελωδία και η λειτουργικότης της βυζαντινής ψαλμωδίας

Βασιλείου Καυκόπουλου, Πρωτοψάλτη-Καθηγητή



Η μουσική γλώσσα της Βυζαντινής μας Μουσικής για κανένα λόγο δεν αποτελεί –και δεν πρέπει να αποτελή– αυτοσκοπό για την Αγία μας Ορθόδοξο Εκκλησία, αλλά, βεβαίως, ένα από τα μέσα που διευκολύνουν την πραγμάτωση του μοναδικού σκοπού του κάθε πιστού, του καθενός μας δηλαδή, που είναι η επικοινωνία και ένωσή μας με τον Πανάγαθο Θεό.
Σέ προηγούμενο σημείωμά μας, μιλήσαμε για το «Αναντικατάστατον της Βυζαντινής Μουσικής και για τή διαχρονικότητά της». Ωστόσο όμως, για να επιμείνη κάποιος σ’ αυτό (το αναντικατάστατον) θα πρέπη να θέση τή Μουσική σε θεολογική και εκκλησιολογική ...ζυγαριά! Διότι, αν η Βυζαντινή Μουσική δεν διαθέτη λειτουργικότητα, τότε δεν μάς είναι και τόσο χρήσιμη, παρά το γεγονός ότι είναι μιά θαυμάσια τέχνη και περισπούδαστη επιστήμη.
Οι Άγιοι Πατέρες, λοιπόν, οι οποίοι εμβαθύνουν και εις το θέμα του σκοπού της υπάρξεως της Εκκλησιαστικής Μουσικής, ορθοδόξως το ερμηνεύουν «με τάς νεύσεις του Αγίου Πνεύματος», όπως γράφει ο π. Καλλίστρατος Λυράκης, και ασφαλίζουν κατ’ αυτόν τον τρόπο και προφυλάσσουν σθεναρώς και αυτό το κομμάτι της λατρευτικής παραδόσεώς μας.
Έτσι ο Μέγας Βασίλειος –αντιλαμβανόμενος την βαρύτατη ασθένεια που έχει πλέον κληρονομήσει ο μεταπτωτικός άνθρωπος, ως προς την αποδοχή των θείων νοημάτων– παραβάλλει την ψαλμωδία με το μέλι, με το οποίο αλείφουν τα χείλη του ποτηρίου, το οποίο περιέχει κάποιο θεραπευτικό φάρμακο, έτσι ώστε να γίνεται αυτό πιό ευπρόσδεκτο από τον ασθενή. Κατ’ αυτόν τον τρόπον, λέγει ο Μεγάλος Φωστήρ της Εκκλησίας μας, οι πνευματικές αλήθειες διδάσκονται μελωδικώς, για να ελκύσουν την ψυχή του πιστού στην αποδοχή του διδακτικού νοήματος του ύμνου και να επιτύχουν την εξύψωσή της προς τον Θεόν.
Ο προαναφερθείς λόγιος Αρχιμανδρίτης π. Καλλίστρατος Λυράκης σημειώνει: «Τό γλυκύ και τερπνόν της Βυζαντινής Μουσικής απομακρύνει την αίσθησιν του κόπου –τον οποίον αποστρέφεται η ζυμωμένη με την ραθυμίαν ύπαρξις του ανθρώπου–, με αποτέλεσμα την πρόθυμον ακρόασιν των ύμνων και τροπαρίων».
Αλλά να σημειώσουμε ότι, όπως τονίζει ο Ιερός Χρυσόστομος, «Θεού το δώρον» της Μουσικής «προς την ανθρωπίνην ασθένειαν». Αλλά και πάλι ο Μ. Βασίλειος λέγει ότι το Πανάγιον Πνεύμα «ένωσε τα θεία λόγια των ψαλτικών με την ηπίαν και προσηνή εις την ακοήν μας μελωδίαν, με σκοπόν την ωφέλειάν μας»: «Τό Πνεύμα το Άγιον το εκ της μελωδίας τερπνόν τοίς δόγμασιν εγκατέμειξεν, ίνα τώ προσηνή και λείω της ακοής το εκ των λόγων ωφέλιμον λανθανόντως υποδεξόμεθα». Καί προσθέτει ακόμη ο Ιεράρχης Μ. Βασίλειος, ότι με την θεόπνευστον μουσικήν και μελωδίαν «μάλλον πως εντυπούται ταίς ψυχαίς τα διδάγματα», δηλαδή περισσότερον εντυπώνονται και χαράσσονται βαθιά εις την ψυχήν μας τα διδάγματα.
Ο Μέγας Αθανάσιος λέγει ότι «Διά τον Θεόν η μελωδία δεν ευρίσκεται εις την καλλιφωνίαν, αλλά εις την αταραξίαν –την απαλλαγήν από τα ποικίλα πάθη– του έσω ανθρώπου, η οποία εξωτερικεύεται με την αρμονίαν της ψαλτικής». «Εις αυτό εξ άλλου το σημείον –υπογραμμίζει και πάλι ο π. Λυράκης– στοχεύει η Βυζαντινή Μουσική και αυτό την διαφοροποιεί από οιονδήποτε άλλο μουσικόν άκουσμα». Μέ την μελωδικότητά της θέλει να εκφράση, να ανεβάση και να αναπλάση τον πιστόν. Διαφορετικά καταντά μιά ανωφελής τέρψις. Παρατηρεί, επίσης, ο Μ. Αθανάσιος: «Τό ότι λέγονται με μελωδικόν τρόπον τα ψαλτικά δεν αποτελεί φροντίδα για την καλλιέργειαν της καλλιφωνίας· η γνησία μελωδία είναι απόδειξις της αρμονίας των λογισμών της ψυχής. Καί υποστηρίζομεν την παραπάνω θέσιν, διότι η μελωδική ανάγνωσις των ψαλτικών είναι –πρέπει να είναι– εικών και τύπος της εσωτερικής αταραξίας και γαληνιαίας ψυχικής καταστάσεως. Όταν όμως δεν συμβαίνη αυτή η θεοφιλής σύζευξις, τότε, αυτοί οι οποίοι ψάλλουν τάς θείας ωδάς δεν ψάλλουν συνετώς και θεαρέστως· απλώς ευχαριστούν την ακοήν των».
Θά τελειώσω τούτη την αναφορά λέγοντας –και μάλιστα με πολύ πόνο ψυχής– ότι η λειτουργικότητα της Βυζαντινής Μουσικής τα τελευταία χρόνια ευρίσκεται σε πολύ μεγάλο κίνδυνο και μάλιστα από κάποιους ...διακόνους της που επαναστατικώ δικαίω θέλουν να επαναφέρουν τα παλαιά σημαδόφωνα με τις «χίλιες δυό εξηγήσεις» με αποτέλεσμα τραγικό και οδυνηρό να διακυβεύεται η πολυπόθητος ΚΑΤΑ ΘΕΟΝ ΜΕΛΩΔΙΑ! Προσοχή, λοιπόν, στα κλασσικά μαθήματα και απλά μελουργήματα, που μόνον αυτά δημιουργούν κατάνυξη και προσευχητική διάθεση.-


Το αναντικατάστατον της Βυζαντινής Μουσικής και η διαχρονικότητά της

του Βασιλείου Π. Καυκόπουλου



Η Βυζαντινή Μουσική είναι αναντικατάστατη! Γράφει σχετικά ο λόγιος Αρχιμ. π. Καλλίστρατος Λυράκης στο υπέροχο πόνημά του «Η Ορθοδοξία ως Λειτουργική παράδοσις»: «Όσον κανείς με τον πτωχόν του νούν και με οδηγούς τούς Πατέρας της Εκκλησίας μας ψηλαφά την σωτηριώδη σκοπιμότητα, την οποίαν εξυπηρετεί η Εκκλησιαστική Μουσική, τόσον και αγγίζει την "εν αγαθότητι" πανσοφίαν του Τριαδικού Θεού, ο οποίος κατεργάζεται την σωτηρίαν μας με τόσους λεπτούς και "καλλιτεχνικούς" τρόπους, όπως είναι ο ρυθμός και η μελωδία. Αυτήν την μελωδίαν δεν έπαυσε ποτέ να προσφέρη εις τα παιδιά Του, αφού και η Εκκλησία δεν έπαυσε ποτέ "Oδουσα και ψάλλουσα εν Κυρίω"».
Γι’ αυτό και ο μακαριστός Μητροπολίτης Κοζάνης Διονύσιος, μεγάλη προσωπικότης τόσο των θεολογικών γραμμάτων όσο και της Βυζαντινής μουσικολογίας, πιστός δέ στην αποστολική Παράδοση, γράφει: «Η μουσική της λατρείας της Ορθοδόξου και δή της Ελλαδικής Εκκλησίας είναι και πρέπει να μείνη αυτή, την οποία ονομάζουμε Βυζαντινή. Γιά λόγους ουσιαστικούς και τεχνικούς δεν δύναται να αντικατασταθή η εν τή Εκκλησία Ψαλμωδία... Καί λόγοι μέν ουσιαστικοί είναι κυρίως δύο. Πρώτον το ήθος αυτό και ο χαρακτήρας της ελληνικής ψαλμωδίας, ως αξίας καθ’ εαυτήν και ασχέτως προς πάσαν σύγκρισιν... Ο δεύτερος ουσιαστικός λόγος... έγκειται στο γεγονός της ψυχολογικής επιδράσεως, την οποίαν αυτή (η βυζαντινή ψαλμωδία) ασκεί επί του πληρώματος, η οποία, είναι μοναδική και καθολική, "συγκινούσα και κατανύσσουσα έτι και εκείνους οίτινες δι’ ανωτέραν δήθεν μουσικήν μόρφωσιν και εσωτέραν καλλιτεχνικήν καλλιέργειαν ευρίσκουν ικανοποίησιν μόνον εις την νεωτέραν μουσικήν τέχνην της Δύσεως... Λόγοι δέ τεχνικοί, για τούς οποίους δεν είναι δυνατή η αντικατάσταση της Βυζ. ψαλμωδίας στην Εκκλησία μας, είναι οι εξής: α) Τό τυπικό της ελληνοφώνου ορθοδόξου λατρείας και η σύνθεση των ιερών Ακολουθιών..., β) η αδυναμία εναρμονίσεως της Β.Μ. κατά τούς τρόπους της ευρωπαϊκής μουσικής τέχνης. Διότι, όταν ο λόγος περί τετραφώνων χορών στην Εκκλησία, δύο τινά πρέπει να υποθέσωμε, ή αντικατάσταση των βυζαντινών μελών, την οποία ως ελέχθη, δεν επιτρέπει το Τυπικόν και η σύνθεσις των ιερών Ακολουθιών ή εναρμόνιση και προσαρμογή της βυζαντινής ψαλμωδίας σε μελωδικούς και ρυθμικούς τρόπους της μουσικής τέχνης της Δύσεως"».
Σύμφωνα με τα παραπάνω μπορεί κάποιος να κατανοήση το άτοπο και ανορθόδοξο της χρήσεως των μουσικών οργάνων μέσα στούς Ορθοδόξους Ιερούς Ναούς. Εξ άλλου, κανείς από τούς Αποστόλους και Πατέρες της Εκκλησίας δεν κάνει λόγο για χρήση ενόργανης μουσικής. Ο Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης τονίζει να μή ψάλλουν με τρόπο όμοιο «των επί σκηνής Mσμάτων». Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος συνιστά να έχωμε "ύμνους αντί τυμπάνων και ψαλμωδίαν αντί κρότων θεατρικών".
Να σημειώσουμε δύο λόγια όμως για την διαχρονικότητα της πατρώας μας Βυζ. Μουσικής. Τήν αλήθεια της διαχρονικότητος και σταθερότητός της –η οποία διασώζεται με την φωνητική παράδοση– υπογραμμίζει ο αείμνηστος σοφός Πρωθιεράρχης της Εκκλησίας της Ελλάδος, ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, ο οποίος γράφει ότι: «Η Ορθόδοξος Εκκλησία διασώζει μετά των εκκλησιαστικών ύμνων και της θείας λατρείας εν γένει, την ανέκαθεν εν χρήσει αυτής ούσαν εκκλησιαστικήν μουσικήν, ήτις είναι γνωστή υπό το όνομα Βυζαντινή Μουσική. Ασχέτως προς τάς διεξαχθείσας και διεξαγομένας θεωρητικάς συζητήσεις περί της μουσικής ταύτης, έν είναι βέβαιον, ότι διασώζεται κατά παράδοσιν φωνητικήν η μουσική αύτη, υποστάσα ίσως και επιδράσεις τινας, κατά την διαδρομήν των αιώνων, αλλ’ αναμφιβόλως διατηρούσα την αρχικώς παραδοθείσαν εις την Εκκλησίαν βάσιν αυτής. Εφ’ όσον δεν είναι δυνατόν να νοηθή ότι η Εκκλησία έπαυσε ποτέ "Oδουσα και ψάλλουσα τώ Κυρίω" δέον να δεχθώμεν, λαμβανομένου μάλιστα υπ’ όψιν και του συντηρητικού πνεύματος της Εκκλησίας ημών, ότι διατηρείται εν αυτώ η αρχαία Εκκλησιαστική Μουσική».
Θα πρέπη να επισημάνουμε όμως τον ΜΕΓΑ κίνδυνο που διατρέχει η πατρ¥α μας μουσική εξ αιτίας ημών των υμνωδών, των ιεροψαλτών και των ενασχολουμένων εν γένει με αυτήν! Καί ο κίνδυνος αυτός συνίσταται στο γεγονός ότι πολλοί εξ ημών, κινούμενοι από κίνητρα όχι πάντως αγνά, είτε νεωτερίζουν είτε δημιουργούν με τις ανεπίτρεπτες εκτελέσεις τους επ’ αναλογίω πλήρη μουσικήν σύγχυσιν είτε δεν ψάλλουν αλλά μάλλον ... τραγουδούν κοσμικά κ.ά.π., απέχοντες παρασάγγας από το απλό πλήν όμως μεγαλοπρεπές Πατριαρχικόν ύφος, όπως αυτό διαμορφώθηκε στην Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία, και καλλιεργήθηκε ευρύτερα στον ελληνικό χώρο από τούς Μακεδόνες Ιεροψάλτες αλλά και άλλους μύστες της του Δαμασκηνού Τέχνης, όπως ο Εμμ. Χατζημάρκος, ο Αθ. Πέττας κ.ά.
Επομένως, χρειάζεται σεμνότητα, σοβαρότητα, και πιστή εκτέλεση των κλασσικών μελωδιών, με τα ισοκρατήματα στην σωστή τους θέση και να ’μαστε σίγουροι ότι, λόγω της ταπεινής υπακοής μας στην παράδοση, διάπλατα θα ανοίγεται μπροστά μας ο θρόνος της Παναγίας Τριάδος και οι γήϊνες μελωδίες θα αλληλοπεριχωρούνται με τα ουράνια και αγγελικά ψάλματα.

ΙΕΡΟΨΑΛΤΗΣ ΚΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΗΘΟΣ

του Βασιλείου Π. Καυκόπουλου, Καθηγητή και Πρωτοψάλτη

–Κάποιες σκέψεις–

Από τα πρώτα χρόνια του Χριστιανισμού συνήρχοντο οι πιστοί “επί το αυτό” σε ιερές Συνάξεις και με αναγνώσεις από την Αγία Γραφή, ύμνους και ιερές ψαλμωδίες εδόξαζαν και ελάτρευαν τον Θεόν. “Εν ψαλμοίς και ύμνοις και ωδαίς πνευματικαίς, ύμνουν, ευλόγουν και εδοξολόγουν τον Κύριον” (Πράξεις Αποστόλων).
Στις ιερές ψαλμωδίες συμμετείχε όλο το εκκλησίασμα, αργότερα, όμως, όταν άρχισαν ν’ αυξάνουν οι Χριστιανοί και διαμορφώθηκαν οι ιερές τελετές και ακολουθίες, τότε έγινε διαχωρισμός των “εν τη Εκκλησία” ιερών διακονημάτων και η ψαλμωδία ανατέθηκε στους ιεροψάλτες, οι οποίοι είχαν ειδικήν προς τούτο χειροθεσία, διαχωρίσθηκαν από τον λαόν και ανέβηκαν επάνω σε ανάβαθρο, το οποίο ονομάσθηκε αναλόγιο και αργότερα καθιερώθηκε να περιβάλλωνται το ράσο και μαζί με τους Αναγνώστες, Κανονάρχες, Νεωκόρους και Υποδιακόνους αποτελούσαν και αποτελούν τον κατώτερο Κλήρο, όχι ως επάγγελμα, αλλ’ ως διακόνημα και ιερό λειτούργημα.
Όπως, πολύ σωστά, γράφει ο λόγιος και μουσικολογιώτατος αγιορείτης μοναχός π. Ανδρέας Θεοφιλόπουλος “ο ψάλτης είναι ο εκπρόσωπος του λαού προς τον Θεόν, ο οποίος δίδει τας αποκρίσεις εις τον Ιερέα και τον Διάκονον και συμπροσεύχεται μετ’ αυτών υπέρ του περιεστώτος λαού και του σύμπαντος κόσμου. Εκ τούτου, έκαστος αντιλαμβάνεται τας ευθύνας τας οποίας επωμίζεται ο περιβαλλόμενος τον ιερόν τρίβωνα του Ιεροψάλτου, ο οποίος πρέπει να είναι ψυχή τε και σώματι καθαρός. Να ψάλη συνετώς, με προσοχήν και ευλάβειαν ούτως ώστε και η στάσις και όλος ο τρόπος αυτού να προκαλή το δέος και την ευλάβειαν των πιστών. Ψάλλων, δεν πρέπει να κινή ούτε χείρας ούτε πόδας, πολύ δε περισσότερον το σώμα του με ατάκτους και θεατρικάς κινήσεις, ως συνηθίζουν τινές να κάμνουν. Ο Ψάλτης, πρέπει να είναι σώματι και πνεύματι υγιής, δεν πρέπει να ψάλη με ατάκτους φωνάς, καθώς ορίζει και η Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδος, αλλά με πραείαν φωνήν, δια να αποδίδη την έννοιαν των ψαλλομένων”.
Αλλά θα πρέπει να επισημάνουμε και τα εξής:
α) Επειδή ο Ψάλτης είναι κατά το ...ήμισυ λαϊκός ενδέχεται να έχη υποπέσει και σε αμαρτίες που δημιουργούν “πρόβλημα” στο υπόλοιπο ήμισύ του (στήν “κληρικήν” του δηλαδή ιδιότητα). Σ’ αυτήν την περίπτωση, προσωπικά πιστεύουμε ότι, θα πρέπη να είναι σε διαρκή σχέση με πνευματικό πατέρα μέσα από το ιερό μυστήριο της Εξομολογήσεως. Θεωρούμε, δηλαδή, πώς Ψάλτης δίχως πνευματικό και τακτή Εξομολόγηση (τουλάχιστον) δεν θα πρέπη να ανεβαίνη στο ιερό Αναλόγιο. Και με την ευκαιρία, πιστεύουμε, ακόμη, πώς κάθε “επαγγελματίας” Ψάλτης θα πρέπη νάχη Χειροθεσία από τον Επίσκοπόν του.
β) Ο Σεπτός Ποιμενάρχης μας κ.κ. Ιερόθεος, σε πρόσφατη ομιλία του στο Αντίρριο, αναφέρθηκε σ’ ένα γέροντα Ψάλτη, που ενώ έψαλλε ύψωνε προσευχητικά και ικετευτικά τα χέρια του προς τον Θεό!! Αυτό, βεβαίως, επιτρέπεται όταν προέρχεται εκ καρδίας –όπως στον συγκεκριμένο γέροντα Ψάλτη– και ασφαλώς δεν μπορεί να ενταχθή στις όποιες θεατρικές κινήσεις πού, όπως προείπαμε, δεν είναι σωστό να γίνωνται.
Με την γλώσσα και τον λάρυγγα πρέπει να συμψάλη και ο νούς, ίνα μή, ως λέγει ο ιερός υμνογράφος “τή μεν γλώττη άσματα φθεγγόμενος τη δε ψυχή άτοπα λογιζόμενος”, αλλά με μια αρμονία σώματος και ψυχής, καρδίας και νοός, να προσφέρη ύμνους και ωδές πνευματικές, ως θυμίαμα ενώπιον του Θεού. Τότε πληρούται και ο ίδιος της του Θεού Χάριτος και μεταφέρει αυτήν προς τον λαόν, όπως λέγει ο ιερός Χρυσόστομος “μάθε ψάλλειν και όψει του πράγματος την ηδονήν· οι ψάλλοντες γαρ Πνεύματος Αγίου πληρούνται, ώσπερ οι άδοντες τας σατανικάς ωδάς πνεύματος ακαθάρτου” (ομιλ. ΙΘ' προς Εφεσ.).
Μόνον με αυτόν τον τρόπον ψάλλοντας γίνεται μεσίτης των εκκλησιαζομένων προς τον Θεό, επειδή, όπως λέγουν οι Άγιοι Πατέρες, όταν ο Ψάλτης αποσπάση την προσοχή του εκ των αδομένων, τότε παύει να έχη πνευματική επικοινωνία με τον Θεόν.
Οι παρατάσεις, εξάλλου, της φωνής χωρίς μέτρο δεν έχουν θέσιν στην Εκκλησία του Χριστού, η δε ακριβής εκτέλεση της Βυζ. Μουσικής στηρίζεται κυρίως στην εκτέλεση των χρόνων και ρυθμικών ποδών, χωρίς την τήρηση των οποίων, δεν αποδίδονται τα αριστουργήματα των μουσικών μαθημάτων, των παλαιών κυρίως μουσικοδιδασκάλων, όπως είναι τα Δοξαστικά Ιακώβου του Πρωτοψάλτου, οι πολυέλαιοι Πέτρου του Πελοποννησίου, Χουρμουζίου του Χαρτοφύλακος κ.ά. θαυμάσια, όντως, έργα μουσικής τέχνης.
Ο Ιεροψάλτης επιβάλλεται, θα έλεγα, να έχη και μόρφωση αλλά και φωνή καλή, πού, βεβαίως, αποτελεί (η φωνή) δώρο Θεού. Κατ’ αυτόν τον τρόπον θ’ αντιλαμβάνεται αυτός ο ίδιος το μέγεθος και το βάθος των εννοιών των ιερών κειμένων ενώ, παραλλήλως, θ’ αποδίδη με σοβαρή και μεγαλοπρεπή γλυκύτητα τα ψαλλόμενα. Έτσι, θα τέρπεται πρώτον αυτός ο ίδιος και θα τέρπη και θα ευχαριστή τους πιστούς και δεν θα προκαλή την αηδίαν από τήν, τυχόν, παράφωνη κακοφωνία του. Αλλά, και ύφος εκκλησιαστικό, σοβαρό και αυστηρό πρέπει να έχη ο Ψάλτης τόσο οσάκις ευρίσκεται στο Αναλόγιο όσο και στην καθόλου “πολιτικήν” του ζωήν. Μέσα στον ιερό Ναό και κατά την ώρα της ψαλμωδίας δεν επιτρέπεται να ομιλή, να ανοίγη (ή να δέχεται) συζητήσεις, να γελά καθώς και να αστειεύεται· ούτε να κοιτάζη προς το εκκλησίασμα με κομπορρημοσύνην και έπαρση αλλά μάλλον προς το ιερό Βήμα. Οι όποιες συνεννοήσεις με τους Ιερείς, με τον άλλον Ψάλτη του Ναού ή τους βοηθούς του καλό είναι να γίνωνται πριν ανέβη στο Αναλόγιο ή αν υπάρχη ανάγκη κατά τρόπον σιωπηρό διακριτικό.
Από την άλλην, ο Ψάλτης πρέπει νάναι εγκρατής, νηφάλιος και αφοσιωμένος με ζήλο στο ιερό του έργο. Πάντοτε δε να ψάλη “από δειφθέρας”, μέσα από το βιβλίο δηλαδή και τούτο προς αποφυγή λαθών.
Αλλά και τα μουσικά μέλη που εκτελεί, καλόν είναι να τα έχη προετοιμάση (διαβάσει καλά) από το σπίτι του ενώ τα ψάλματα θα πρέπη να κινούνται στην γνήσια, απλή βυζαντινή μουσική μας παράδοση και να μην είναι επιτηδευμένα ή ξένα προς την πνευματικότητα. Προσωπικά, θα επρότεινα να προτιμώνται τα κλασσικά μαθήματα.
Το ορθόδοξο ήθος του Ιεροψάλτη επεκτείνεται και στην συνεργασία του με τους συναδέλφους του, με τους λειτουργούς Ιερείς, με τους εκκλησιαστικούς Επιτρόπους. Ας μη ξεχνά ότι το “γενικό πρόσταγμα” στις ιερές ακολουθίες το έχει ο Ιερεύς. Κατά συνέπεια, θα πρέπη να συνεργάζεται μαζί του ως προς τον χρόνο (π.χ. τί ώρα θα μπούμε στην θ. Λειτουργία, πότε θα γίνη η Αρτοκλασία, ή τί ώρα θα σχολάση η ιερά ακολουθία κ.λπ.). Ακόμη, βασικό σημείο ορθοδόξου ήθους είναι, πριν αναλάβη ...δράση στο Αναλόγιο να πάρη την ευχή του Λειτουργού, να προσκυνήση τον Εσταυρωμένο πίσω από την Αγία Τράπεζα, να βάλη το ράσο του και ν’ ανέβη στο Αναλόγιο κάνοντας το σημείο του σταυρού και λέγοντας μυστικώς “ψαλώ τω Θεώ μου έως υπάρχω”.
Πολλά, βεβαίως, μπορούμε να πούμε για το ορθόδοξο ήθος που πρέπει να διακρίνη τον Ιεροψάλτη. Ας περιορισθούμε, όμως, λόγω χώρου σ’ αυτά και κατακλείοντας ας τονίσουμε ότι ο Ιεροψάλτης πρέπει πρώτα να νιώθη ταπεινός διάκονος της Εκκλησίας του Χριστού καί, κατόπιν, καλλιτέχνης. Πάντοτε δε ας έχει κατά νουν ότι “μείζων πασών των αρετών εστί η διάκρισις”.


Η ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΜΟΥΣΙΚΗ ΓΡΑΦΗ

του Βασιλείου Π. Καυκόπουλου Καθηγητή-Πρωτοψάλτη



Μουσική της Ρωμηοσύνης· δεν λέω του “Βυζαντίου”, γιατί τη λέξη “Βυζάντιο” έχει αποδειχθή ότι δεν τη χρησιμοποίησαν ποτέ αυτοί τους οποίους χαρακτηρίζει.
Φιλοδοξία μας -καλή υποθέτουμε- είναι να εξετάσουμε την ευλογημένη, πράγματι, αυτή μουσική μας σε όλη της την έκταση. Κι αν θέλουμε νάμαστε ειλικρινείς η “Βυζαντινή” μουσική δεν περιορίζεται μόνο στη Θεία Λατρεία, αλλά επεκτείνεται στην δημοτική μας μουσική παράδοση (δημοτικό τραγούδι -εθνική μας (= Ελληνική) μουσική), στο λαϊκό μας τραγούδι, στο ρεμπέτικο κ.λπ.. Εγώ, όμως, θα προχωρήσω ακόμη παραπέρα, θα τολμήσω να πω -καί θα το αποδείξουμε αργότερα με επιστημονικά επιχειρήματα- ότι η μουσική από την Άπω Ανατολή μέχρι το Γιβραλτάρ είναι ίδια! Ή, αν προτιμάτε, σχεδόν ίδια... Οι κλίμακες, που σ’ αυτό το μεγάλο κομμάτι του πλανήτη μας χρησιμοποιούνται, είναι οι ίδιες, όμοιες ή παρόμοιες.
Αλλά, ας προχωρήσουμε σήμερα να εξετάσουμε το επί μέρους θέμα μας. Θα πούμε, λοιπόν, λίγα λόγια για την “Βυζαντινή” μουσική γραφή.
Γνωστή και ως παρασημαντική, η Βυζαντινή μουσική γραφή υπέστη στη διάρκεια των χρόνων αρκετές διαφοροποιήσεις. Όπως γράφει και ο Τ. Καλογεροπουλος στο Λεξικό του (τόμος 1, Α-Γ) αρχικά χρησιμοποιήθηκαν τα σημαδόφωνα, δηλαδή η ελληνική σημειογραφία της κλασικής περιόδου (τά γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου ορθά ή ανεστραμμένα, ακέραια ή ακρωτηριασμένα, όρθια ή πλάγια, κεφαλαία ή μεσαία). Αργότερα επινοήθηκε η λεγομένη εκφωνητική γραφή: τοποθετούσαν στο κείμενο ορισμένα σημάδια που έμοιαζαν με τόνους, τα οποία υποδήλωναν, κατ’ άλλους μεν τονισμό, κατ’ άλλους δε ολόκληρη μουσική φράση.
Πλήρης σημειογραφία της εκκλησιαστικής μουσικής καθιερώνεται από τον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό. Είναι η αγκιστροειδής γραφή, δύσκολη και πολύπλοκη (ένα σύστημα μουσικής “στενογραφίας”). Ο Ιωάννης ο Κουκουζέλης (12ος αι.) επιχειρώντας να απλοποιήση αυτήν τη γραφή, κατέληξε σε αντίθετο αποτέλεσμα. Ο Πέτρος ο Πελοποννήσιος (18ος αι.) προσέφερε σημαντικότατη υπηρεσία, γιατί κατάφερε να απλοποιήση ουσιαστικά τη γραφή και να αποδώση με αυτήν τα “ειρμολογικά” μέλη, που ως τότε παραδίδονταν “διά ζώσης”... Ακολούθησαν, κατόπιν, οι “τρείς Διδάσκαλοι”, οι οποίοι αποσαφήνισαν τις απλοποιήσεις, αποκρυσταλλώνοντας τη γραφή που χρησιμοποιούμε μέχρι σήμερα. Εξετάζοντάς την δε περιληπτικά, παρατηρούμε ότι τα φθογγόσημά της είναι δέκα και έχουν φωνητική αξία: τονικό ύψος (σ’ αντίθεση μ’ εκείνα της δυτικής μουσικής που έχουν μόνο χρονική αξία, ενώ το τονικό τους ύψος ορίζεται από τη θέση που κατέχουν στο πεντάγραμμο). Ξοδεύει καθένα τους ένα “χρόνο”, που αντιστοιχεί με το “τέταρτο” της δυτικής μουσικής (1/4). Ο “χρόνος” τους αυξάνεται ή ελαττώνεται με τα “χρονικά σημεία”. Για κάθε ανάβαση ή κατάβαση, τα δέκα φθογγόσημα συμπλέκονται υπό προϋποθέσεις (πλοκή).
Εξάλλου, όπως αναφέρει επίσης ο Τ. Καλογερόπουλος, η έκφραση σημειώνεται με τα σημεία έκφρασης (ή άχρονες υποστάσεις), ενώ οι μαρτυρίες (πού ανταποκρίνονται προς το “κλειδί” και τον “οπλισμό” της δυτικής μουσικής) ορίζουν: την κλίμακα, το γένος και πολλές φορές τον ήχο. Με τις φθορές γίνονται μεταβάσεις από ήχο σε ήχο, από γένος σε γένος ή από κλίμακα σε κλίμακα.
Θα πρέπη να σημειώσουμε, τέλος, ότι τα τελευταία χρόνια γίνεται μεγάλη -καί έντονη- συζήτηση για τον τρόπο εκτέλεσης των άχρονων υποστάσεων (καί όχι μόνον). Το θέμα αυτό απαιτεί σοβαρή επιστημονική εργασία, δηλαδή μελέτη των αρχαίων χειρογράφων με βάση την ερμηνεία των “τριών Διδασκάλων” και όχι περιττές διενέξεις, χωρίς επιστημονικό υπόβαθρο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.